Δευτέρα, 8 Νοεμβρίου 2010

Ενδιαφέρουσα Ανάλυση στη Monde diplomatique για Παλαιστινιακό

Ένα ενδιαφέρον δημοσίευμα στην "Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία" από την Monde diplomatique για το Μεσανατολικό



ΟΛΑ ΤΑ ΣΧΕΔΙΑ ΓΙΑ ΜΙΑ ΠΡΟΣΩΡΙΝΗ ΛΥΣΗ ΣΤΟ ΠΑΛΑΙΣΤΙΝΙΑΚΟ, ΣΤΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΟΥ ΣΗΜΕΡΙΝΟΥ ΣΥΣΧΕΤΙΣΜΟΥ ΔΥΝΑΜΕΩΝ, ΠΑΡΑΤΕΙΝΟΥΝ ΤΗΝ ΚΑΤΟΧΗ ΜΕ ΑΛΛΕΣ ΜΟΡΦΕΣ

Ενα κράτος για «δύο όνειρα» στην Παλαιστίνη
Από την «ειρήνη των γενναίων» στην... «ανακωχή των μετρίων»

Του ALAIN GRESH*

Οι ισραηλινο-παλαιστινιακές διαπραγματεύσεις δεν προσκρούουν μόνο στη συνέχιση του εποικισμού αλλά και στις ριζικά διαφορετικές αντιλήψεις των δύο πλευρών για την Ιερουσαλήμ, τους πρόσφυγες, τα σύνορα, τα ύδατα. Αυτό το αδιέξοδο οδηγεί έναν ορισμένο αριθμό αξιωματούχων -ανάμεσά τους και Ισραηλινοί- να εκθειάζουν τη δημιουργία ενός μόνο κράτους, από τη Μεσόγειο ώς τον Ιορδάνη.

Η Χαμάς παραμένει στο περιθώριο της συζήτησης, αρκούμενη να αποδέχεται τη δημιουργία ενός παλαιστινιακού κράτους στην Δυτική Οχθη και στη Γάζα και να υπόσχεται μια μακροχρόνια εκεχειρία με το Ισραήλ. Μέχρι τότε όμως...
«Ο μικρότερος κίνδυνος, το μικρότερο κακό, θα ήταν η δημιουργία ενός ενιαίου κράτους με ίσα δικαιώματα για όλους τους πολίτες του» δηλώνει ο πρόεδρος της Βουλής. Φυσιογνωμία της πολιτικής ζωής, ένας πρώην υπουργός πλειοδοτεί: δεν υπάρχει πλέον άλλη επιλογή πέρα από την ανακήρυξη ενός μόνο κράτους σε ολόκληρο το ιστορικό έδαφος της Παλαιστίνης, από τη Μεσόγειο ως τον Ιορδάνη. Μια νεαρή βουλευτίνα με αρκετά εδραιωμένες θρησκευτικές πεποιθήσεις υποστηρίζει τα ίδια συμπεράσματα. Πρόκειται, άραγε, για τρεις παλαιστινιακές προσωπικότητες; Τρία μέλη της ισλαμιστικής οργάνωσης Χαμάς; Τρεις ευρωπαίους αντισιωνιστές; Οχι: αυτή η άποψη διατυπώνεται από τρία εξέχοντα μέλη της ισραηλινής δεξιάς.

Ο πρώτος είναι ο Ρέουβεν Ρίβλιν, ο οποίος απορρίπτει την ιδέα της αραβικής δημογραφικής απειλής και παρατηρεί ότι αυτός ο τρόπος σκέψης «παραπέμπει στη μεταφορά πληθυσμών ή στο γεγονός ότι έπρεπε να σκοτώσουμε τους Αραβες. Τρομοκρατούμαι με αυτά τα λόγια. Πηγαίνω στα σχολεία όπου κατά τη διάρκεια προσομοιώσεων εκλογών, ο Λίμπερμαν (ο υπουργός Εξωτερικών, επικεφαλής του κόμματος της άκρας δεξιάς "Ισραέλ Μπεϊτένου") εξασφαλίζει το 40% των ψήφων και ακούω παιδιά να λένε ότι πρέπει να σκοτώσουμε Αραβες (...) Συμπεριφορές τέτοιου είδους δημιουργήθηκαν από τη συγκαταβατική θέση των σοσιαλιστών (του Εργατικού Κόμματος), οι οποίοι δηλώνουν: "Εμείς (οι Εβραίοι) εδώ και αυτοί (οι Αραβες ) εκεί". Αυτό δεν το κατάλαβα ποτέ. Οταν ο Γιαμποτίνσκι (1) έλεγε: "Η Σιών μάς ανήκει", ήθελε να πει "ένας εβραίος πρόεδρος της κυβέρνησης και ένας άραβας αντιπρόεδρος της κυβέρνησης (2)"».

Ο δεύτερος υπερασπιστής της σύστασης ενιαίου κράτους είναι ο Μοσέ Αρενς, ο οποίος διακρίθηκε ως υπουργός Αμυνας και υπουργός Εξωτερικών στη δεκαετία του '80. Πολιτικός νονός του Μπενιαμίν Νετανιάχου, έχει χαρακτηριστεί «γεράκι» και εξέφρασε τη γνώμη του σε άρθρο στην εφημερίδα «Haaretz»: «Τι θα συνέβαινε αν η ισραηλινή κυριαρχία εφαρμοζόταν στην Ιουδαία και τη Σαμάρεια και αν προσφέραμε στον παλαιστινιακό πληθυσμό την ισραηλινή ιθαγένεια; Αυτοί που, στο Ισραήλ και στο εξωτερικό, θεωρούν την κατοχή αβάσταχτο δεινό θα ανακουφίζονταν από μια αλλαγή που θα απελευθέρωνε το Ισραήλ από αυτό το φορτίο (3)».

Αλλά πώς να ενσωματωθεί αυτός ο πληθυσμός; Το Ισραήλ, απαντά ο ίδιος, περιλαμβάνει ήδη αρκετές μειονότητες, όπως τους Δρούζους και τους Τσερκέζους. Οσο για τους άραβες μουσουλμάνους, οι δυσκολίες τους να ενσωματωθούν «οφείλονται στις διαδοχικές ισραηλινές κυβερνήσεις, οι οποίες δεν έλαβαν αποτελεσματικά μέτρα». Κατά τη γνώμη του, αυτό είναι το πρώτο καθήκον στο οποίο πρέπει να αφοσιωθούμε.

Η τρίτη προσωπικότητα που αμφισβητεί την ισραηλινή συναίνεση είναι η Τζίπι Χοτοβέλι, το νεότερο μέλος της Βουλής, ένα ανερχόμενο αστέρι του Λικούντ, όπου εντάχθηκε με την προσωπική παραίνεση του Νετανιάχου. Αντίθετη στην απαγκίστρωση από τη Γάζα το 2005, ισχυρίζεται ότι αυτή απέδειξε την αποτυχία κάθε ιδέας περί αποχώρησης. Επιπλέον, είναι προσηλωμένη στη διατήρηση των οικισμών: «Οι Εβραίοι έζησαν στη Χεβρώνα, στο Μπέιτ Ελ. Είναι βιβλικές τοποθεσίες. Από τη Χεβρώνα, ο βασιλιάς Δαβίδ άρχισε να οικοδομεί το βασίλειό του. Δεν πιστεύω ότι μπορούμε να τις εγκαταλείψουμε, αλλιώς τι νόημα έχει ο σιωνισμός; Ο σιωνισμός είναι η επιστροφή στη Σιών, η επιστροφή στην Ιερουσαλήμ, η επιστροφή σε όλους αυτούς τους ιστορικούς τόπους. Πρέπει, λοιπόν, να αντιμετωπίσουμε την ειρηνευτική διαδικασία χωρίς να ξεριζώσουμε τους κατοίκους των οικισμών (4)». Αρα, η μόνη δυνατότητα που υπάρχει είναι η επέκταση του ισραηλινού νόμου σε ολόκληρη τη Δυτική Οχθη του Ιορδάνη και η παραχώρηση της υπηκοότητας και του δικαιώματος ψήφου στους Παλαιστίνιους. Με δυο λόγια, ένα ενιαίο κράτος, το οποίο, για την ίδια, όπως και για τον Ρίβλιν ή τον Αρενς, δεν μπορεί να είναι παρά ένα «εβραϊκό κράτος».

Οι προτάσεις αυτές τείνουν να λύσουν μία από τις θεμελιώδεις αντιφάσεις της φιλελεύθερης πτέρυγας -με την πολιτική έννοια του όρου- της ισραηλινής δεξιάς: πώς να συμβιβαστεί η διεκδίκησή της για κυριαρχία στο σύνολο «της Ιουδαίας και της Σαμάρειας» (δηλαδή της Δυτικής Οχθης του Ιορδάνη) με τις δημοκρατικές αρχές; Πώς να αποφευχθεί η εγκαθίδρυση ενός συστήματος απαρτχάιντ μέσα στο οποίο οι Παλαιστίνιοι θα στερούνταν τα πολιτικά δικαιώματά τους;

Ηδη ο Μεναχέμ Μπέγκιν, που οδήγησε πρώτη φορά τη δεξιά στη νίκη το 1977, είχε προσπαθήσει να λύσει αυτό το δίλημμα. Κατά την υποδοχή του αιγύπτιου προέδρου Ανουάρ ελ Σαντάτ στην Ιερουσαλήμ, τον Νοέμβριο του 1977, είχε προτείνει ένα σχέδιο που περιέγραφε την αντίληψή του για την παλαιστινιακή αυτονομία και πρόσφερε την επιλογή στους κατοίκους της Δυτικής Οχθης και της Γάζας ανάμεσα στην ισραηλινή και την ιορδανική υπηκοότητα, και συνεπώς το δικαίωμα της ψήφου για ένα από τα δύο κοινοβούλια.

Την ιδέα αυτή εγκατέλειψαν γρήγορα, γιατί προσέκρουε σε ένα εμπόδιο το οποίο ακόμη και σήμερα καμία από τις τρεις προσωπικότητες που προαναφέρθηκαν δεν καταφέρνει να ξεπεράσει: πώς να συμβιβαστεί η διεκδίκηση ενός εβραϊκού κράτους με την παραχώρηση του δικαιώματος ψήφου στους Παλαιστίνιους; Ο Αρενς ισχυρίζεται ότι δεν θα αντιπροσωπεύουν παρά μόνο το 30% του συνολικού πληθυσμού, αλλά υποτιμά τον αριθμό των κατοίκων της Δυτικής Οχθης του Ιορδάνη και «ξεχνάει» τη Γάζα. Πώς όμως θα μπορούσε ένα τέτοιο σχέδιο να αλυσοδέσει τον παλαιστινιακό πληθυσμό στο μοιραίο επίπεδο του 50%; Ακόμα και με το 40%, καμία κυβέρνηση δεν θα μπορούσε να συγκροτηθεί χωρίς τη στήριξη ενός τμήματος των Παλαιστινίων -είναι αυτονόητο πως δύσκολα θα υποστήριζαν την κυβέρνηση ενός «εβραϊκού κράτους».

Οποια κι αν είναι τα όρια και οι αντιφάσεις, αυτές οι εικονοκλαστικές θέσεις αντανακλούν τη γενική απαισιοδοξία που συνοδεύει το αδιέξοδο της «ειρηνευτικής διαδικασίας», η οποία διατηρείται εδώ και χρόνια με τεχνητή υποστήριξη. Παρά την επανάληψη των ισραηλινο-παλαιστινιακών διαπραγματεύσεων υπό την αιγίδα του προέδρου Μπαράκ Ομπάμα, στις 2 Σεπτεμβρίου 2010, ελάχιστοι σχολιαστές στοιχηματίζουν στις πιθανότητες να ξαναζωντανέψει ο ετοιμοθάνατος. Η αποθάρρυνση έχει επεκταθεί και αγγίζει κατά πρώτο λόγο τους αμερικανούς αξιωματούχους που έχουν εμπλακεί εδώ και δεκαετίες στο ζήτημα αυτό.

ΕΚΤΟΣ ΑΤΖΕΝΤΑΣ

Ανάμεσα στο 1988 και το 2003, ο Ααρόν Ντέιβιντ Μίλερ υπηρέτησε ως σύμβουλος έξι διαδοχικών υπουργών Εξωτερικών, κάτω από τρεις προεδρίες. Ελαβε μέρος σε όλες τις διαβουλεύσεις και διαπραγματεύσεις, δημόσιες ή μυστικές. Σε ένα άρθρο του που έκανε πάταγο και του οποίου ο τίτλος συνοψίζει τη σκέψη του, «Η ψεύτικη θρησκεία της ειρήνης στη Μέση Ανατολή και πώς έγινα μη πιστός (5)», εξηγεί ότι η ισραηλινο-παλαιστινιακή σύγκρουση δεν κατέχει πλέον κεντρική θέση στην ατζέντα της Ουάσιγκτον: άλλα μέτωπα, όπως το Ιράκ, το Αφγανιστάν ή το Πακιστάν, και κυρίως η αντιπαράθεση με το Ιράν, αποσπούν την προσοχή της, και ακόμη και μία μεγάλη δύναμη όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν μπορεί να κάνει τα πάντα ταυτοχρόνως, ιδιαίτερα σε αυτούς τους καιρούς της κρίσης.

«Οι πιστοί πρέπει να επανεξετάσουν την πίστη τους, καθώς η επέκταση της ηγεμονίας της Αμερικής σε ολόκληρο τον κόσμο ξεπερνάει τις δυνατότητές της» γράφει ο Μίλερ. «Οι Ηνωμένες Πολιτείες πρέπει να κάνουν αυτό που μπορούν, να εργαστούν μαζί με τους Ισραηλινούς και τους Παλαιστίνιους για να διαπραγματευθούν τα κεντρικά ζητήματα του τελικού καθεστώτος (...), να βοηθήσουν τους Παλαιστίνιους να αναπτύξουν τους θεσμούς τους, να παροτρύνουν τους Ισραηλινούς να βοηθήσουν τους Παλαιστίνιους επιτρέποντάς τους να αναπνέουν οικονομικά, να επεκτείνουν την εξουσία τους και να διατηρήσουν την ηρεμία στη Γάζα (...) Αλλά, η Αμερική πρέπει να έχει συνείδηση αυτού που δεν μπορεί να κάνει, καθώς και αυτού που μπορεί να κάνει».

Ενας άλλος παράγοντας με επιρροή, ο Ρόμπερτ Μάλεϊ, που έλαβε μέρος ως σύμβουλος του προέδρου Μπιλ Κλίντον στις διαπραγματεύσεις του Καμπ Ντέιβιντ (Ιούλιος 2000), καταλήγει επίσης, από την εμπειρία του, σε απαισιόδοξα συμπεράσματα και αναπτύσσει μια ριζική κριτική της λύσης ενός παλαιστινιακού κράτους δίπλα στο Ισραήλ: «Αυτή η ιδέα δεν ανταποκρίνεται στα προβλήματα που ισχυρίζεται ότι λύνει. Υπόσχεται να κλείσει μια σύγκρουση που γεννήθηκε το 1948 και αναμφίβολα και πριν από το 1948, αλλά δεν ασχολείται παρά μόνο με προβλήματα που εμφανίστηκαν το 1967. Το να τεθεί τέλος στην κατοχή παλαιστινιακών εδαφών είναι ουσιαστικό (...), αλλά οι ρίζες της σύγκρουσης είναι πολύ πιο βαθιές: για τους Ισραηλινούς, πρόκειται για την παλαιστινιακή άρνηση να αναγνωρίσουν τη νομιμότητα του εβραϊκού κράτους. Για τους Παλαιστίνιους, πρόκειται για την ισραηλινή ευθύνη στην απώλεια της γης τους και τη διασπορά που συνόδευσε τη γέννηση του Ισραήλ (6)». Η δημιουργία ενός παλαιστινιακού κράτους και η συζήτηση για το ποσοστό του εδάφους που θα πάρει ο καθένας, δεν θα κατασιγάσουν «τα πιο βαθιά και τα πιο αρχέγονα αισθήματα, τις νοσταλγίες και τις πίκρες».

Ο Μάλεϊ, απορρίπτοντας τη λύση του ενός κράτους, προσχωρεί, όπως αρκετοί αμερικανοί, στην ιδέα μιας «προσωρινής μακροπρόθεσμης λύσης», της οποίας το πλαίσιο ποικίλλει, αλλά επιτρέπει να μετατεθούν για αργότερα (για πότε;) τα πιο ευαίσθητα ζητήματα, όπως της Ιερουσαλήμ ή των προσφύγων.

Ο Ρότζερ Κόεν, αρθρογράφος κύρους στους «New York Times», συνόψισε με τα παρακάτω λόγια αυτή την άποψη (7): «Ο Ομπάμα, ο οποίος πήρε ήδη το βραβείο Νόμπελ, πρέπει να μειώσει τις προσδοκίες, να σταματήσει να μιλάει για ειρήνη, να απαγορεύσει τη λέξη, να αρχίσει να μιλάει για ύφεση. Αυτό είναι που θέλει ο Λίμπερμαν, αυτό είναι που λέει ότι θέλει η Χαμάς, αυτό είναι το νόημα των υπεκφυγών του Νετανιάχου. Δεν είναι αυτό που θέλει ο Αμπάς, αλλά αυτός είναι αδύναμος. Οπως μου είπε ένας ισραηλινός ειδικός της πολιτικής επιστήμης, ο Σλόμο Αβινερί, "ένα μη βίαιο status quo είναι κάθε άλλο παρά ικανοποιητικό, αλλά δεν είναι καθόλου κακό. Η Κύπρος δεν είναι και τόσο κακή περίπτωση" (...) Η ειρήνη των γενναίων πρέπει να αντικατασταθεί από μια ανακωχή των μετρίων».

ΨΕΥΔΗΣ ΣΥΜΜΕΤΡΙΑ

Αυτή η απαισιοδοξία τρέφεται από την ψευδή συμμετρία που σημαδεύει από το 1993 τη δράση των μεγάλων δυνάμεων: δύο λαοί ζουν πάνω σ' αυτή τη γη και πρέπει να καταλήξουν σε μια συμφωνία, κάτι που προϋποθέτει «καλή θέληση» και την απομόνωση των εξτρεμιστών και «των δύο πλευρών». Είναι μια θέση που συγκαλύπτει τις ιδιαίτερες ευθύνες του κατακτητή, βάζοντάς τες στο ίδιο επίπεδο με του κατεχόμενου, και επίσης αγνοεί ότι όλες οι ισραηλινές κυβερνήσεις συνέχισαν την πολιτική της κατάκτησης εδαφών, ακόμη και μετά τις συμφωνίες του Οσλο: από τη στιγμή της υπογραφής τους, το 1993, μέχρι και σήμερα, ο αριθμός των εποίκων πέρασε από τις εκατό χιλιάδες στις τριακόσιες χιλιάδες, χωρίς να υπολογίσουμε τις διακόσιες χιλιάδες που έχουν εγκατασταθεί στην ανατολική Ιερουσαλήμ. Παράλληλα, «η προσθήκη εδαφών που βρίσκονται στα δυτικά του διαχωριστικού τείχους, εδαφών που κατέχονται από τους επίσημους και τους "άγριους" οικισμούς, των εδαφών που χρησιμοποιούνται από τις παρακαμπτήριες οδούς και των κλειστών στρατιωτικών ζωνών της κοιλάδας του Ιορδάνη, που οι ισραηλινές αρχές εννοούν να διατηρήσουν σε κάθε περίπτωση (8)», όλα αυτά αντιπροσωπεύουν το 45% του εδάφους της Δυτικής Οχθης του Ιορδάνη. Τα ισραηλινά πολιτικά κόμματα, της δεξιάς όπως και της αριστεράς, απορρίπτουν ατιμωρητί τις αποφάσεις των Ηνωμένων Εθνών και τη διεθνή νομιμότητα.

Τον Σεπτέμβριο του 2000, η έναρξη της δεύτερης Ιντιφάντας επέτρεψε στον τότε πρωθυπουργό, Εχούντ Μπάρακ, να πείσει τη μεγάλη πλειοψηφία της ισραηλινής εβραϊκής κοινής γνώμης ότι δεν υπήρχε, ότι δεν υπήρξε ποτέ, «παλαιστίνιος συνομιλητής» (9). Ακόμη και η ιστορική απόφαση της συνόδου κορυφής των αραβικών κρατών στη Βηρυττό, τον Μάρτιο του 2002 -να γίνει αποδεκτή η ειρήνη με το Ισραήλ με αντάλλαγμα τη δημιουργία ενός παλαιστινιακού κράτους στα σύνορα του 1967- απορρίφθηκε με περιφρόνηση. Και αυτή την άρνηση η ισραηλινή κυβέρνηση δεν την πληρώνει με κανένα τίμημα, αφού οι σημαντικότερες δυνάμεις του κόσμου, οι Ηνωμένες Πολιτείες όπως και η Ευρωπαϊκή Ενωση, η Κίνα όπως και η Ρωσία, συναλλάσσονται μαζί της σαν να μην υπάρχει η κατοχή -έστω κι αν η εικόνα του Ισραήλ στην κοινή γνώμη διαβρώνεται αισθητά.

Ουσιαστικά, η ηγετική ισραηλινή ομάδα αρνείται, στην πράξη, να αναγνωρίσει τους Παλαιστίνιους ως ισότιμους. Οι συμφωνίες του Οσλο δεν έθιξαν αυτή την αλαζονεία, ούτε την ιδέα ότι η ζωή ενός Παλαιστίνιου δεν αξίζει την ασφάλεια ενός Ισραηλινού. Οι ισραηλινοί ηγέτες, κραυγάζοντας για την εχθρότητα των γειτόνων τους και αντλώντας επιχειρήματα από τη γενοκτονία των Εβραίων κατά τη διάρκεια του Β' Παγκόσμιου Πολέμου, κατασκεύασαν μια αντίληψη για την απόλυτη ασφάλεια, την οποία δεν μπορούσε να πειράξει οποιαδήποτε δύναμη, και η οποία οδηγεί τη χώρα σε ατελείωτους πολέμους. Είναι, άραγε, δυνατή μια λύση αν η αρχή της ισότητας ανάμεσα σε όλα τα ανθρώπινα όντα που κατοικούν σε αυτή τη γη δεν αναγνωρίζεται; «Ή ισότητα, ή τίποτε» διακήρυττε ο αμερικανο-παλαιστίνιος διανοούμενος Εντουαρντ Σαΐντ (10): μια ιδέα την οποία εκφράζουν πλέον διάφοροι πρωταγωνιστές, και κατ' αρχήν οι Παλαιστίνιοι του Ισραήλ, οι οποίοι τη διεκδικούν με όλο και μεγαλύτερη σφοδρότητα.

Από εκεί προκύπτει η ανησυχία ενός ισραηλινού δημοσιογράφου, συγγραφέα ενός από τα πρώτα βιβλία που αφιερώθηκαν στη Φάταχ (11), του Εχούντ Γιαάρι. Σε άρθρο του την άνοιξη του 2010, ο ίδιος βεβαιώνει ότι σε λίγα χρόνια η στήριξη στη λύση των δύο κρατών θα μειωθεί, άλλες ιδέες θα αναδυθούν, η εξαφάνιση της Παλαιστινιακής Αρχής θα προκαλέσει την de facto προσάρτηση των κατεχόμενων εδαφών και οι Παλαιστίνιοι θα πετύχουν έτσι να εξασφαλίσουν «με διάρρηξη τη δημογραφική κυριαρχία την οποία βεβαιώνουν ότι φοβούνται οι ισραηλινοί ηγέτες εδώ και δεκαετίες και την οποία προσπάθησαν να αποφύγουν με την κατοχή μάλλον παρά με την προσάρτηση. Αυτή η αντίστροφη προσάρτηση δεν θα αφήσει άλλη επιλογή παρά εκείνη της συνύπαρξης με μια αραβική πλειοψηφία (12)». Κατά τη γνώμη του, λοιπόν, είναι απαραίτητη η ανακωχή, η οποία θα μπορούσε να διευκολυνθεί με την αποχώρηση του Ισραήλ στη γραμμή που ορίζεται από το «τείχος ασφαλείας», κάτι που θα προκαλούσε τη διάλυση εξήντα οικισμών και τον επαναπατρισμό πενήντα χιλιάδων εποίκων (σε σύνολο 500.000).

Ολα αυτά τα σχέδια «προσωρινής λύσης» δεν θα κατάφερναν στην πραγματικότητα, στο πλαίσιο του σημερινού συσχετισμού δυνάμεων, παρά να παρατείνουν την κατοχή με άλλες μορφές, ενώ οι Παλαιστίνιοι θα παρέμεναν περιορισμένοι σε απομονωμένες περιοχές, χωρίς εδαφική ενότητα, χωρίς έλεγχο των συνόρων τους, χωρίς οικονομική και πολιτική εξουσία.

Οσο για την απειλή την οποία επισείει η Αρχή για την Ανακήρυξη της Ανεξαρτησίας του Παλαιστινιακού Κράτους, αυτή φαίνεται αστεία (13). Αλλωστε, δεν ανακηρύχθηκε ήδη αυτό το κράτος από την Οργάνωση για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης (PLO) το 1988 και δεν το αναγνώρισαν περισσότερα από εκατό κράτη; Ακόμη και αν η Ευρωπαϊκή Ενωση το αναγνώριζε, θα ήταν έτοιμη να δεχθεί τις συνέπειες και να μεταχειριστεί το Ισραήλ ως μια κατοχική δύναμη, την οποία θα έπρεπε να τιμωρήσει για να την υποχρεώσει να εκκενώσει το κράτος το οποίο κατέχει;

Η προοπτική ενός μόνο κράτους σε ολόκληρο το ιστορικό έδαφος της Παλαιστίνης προκαλεί αρκετά προβλήματα (14), όπως δείχνει η συζήτηση που ξεκίνησε στο φιλοπαλαιστινιακό στρατόπεδο με αφορμή τις προτάσεις του Ρίβλιν και του Αρενς.

Ο Ούρι Αβνερί, βετεράνος του αγώνα για την ειρήνη, καταγγέλλει με σθένος τα κενά αυτών των σχεδίων: αποκλείουν τη Γάζα, το ενιαίο κράτος θα είναι εβραϊκό, η προσάρτηση της Δυτικής Οχθης του Ιορδάνη θα επιτρέψει τη συνέχιση του εποικισμού, η παραχώρηση ιθαγένειας στους Παλαιστίνιους θα γίνει, στην καλύτερη περίπτωση, σε δέκα χρόνια, ίσως ακόμη και σε μια γενιά. Και καταλήγει: «Στην ταινία του Ρομάν Πολάνσκι "Το μωρό της Ρόζμαρι", μια νέα γυναίκα γεννά ένα όμορφο μωρό που αποδεικνύεται ότι είναι ο γιος του σατανά. Το τόσο ελκυστικό όραμα της αριστεράς για ένα μόνο κράτος, γίνεται ένα τέρας της δεξιάς (15)».

Η άποψή του αμφισβητείται από τον Αλι Αμπουνίμα, έναν αμερικανο-παλαιστίνιο διανοούμενο, εμψυχωτή του ιστότοπου The Electronic Intifada και συγγραφέα ενός βιβλίου με επιχειρήματα, που υποστηρίζει ένα ενιαίο κράτος (16). Μολονότι αναφέρει, όπως ο Αβνερί, τα όρια των σχεδίων της δεξιάς, συνεχίζει: «Μόλις οι ισραηλινοί Εβραίοι παραδεχθούν την αναγκαιότητα ίσων δικαιωμάτων για τους Παλαιστίνιους, δεν θα μπορούν να επιβάλουν μονομερώς ένα σύστημα που διατηρεί αδικαιολόγητα προνόμια. Ενα ενιαίο κράτος πρέπει να λάβει υπόψη του τα νόμιμα συλλογικά συμφέροντα των ισραηλινών Εβραίων, αλλά επίσης πρέπει να κάνει το ίδιο για όλους τους άλλους».

Και διατυπώνει έναν παραλληλισμό με αυτό που συνέβη στη Νότια Αφρική: «Στα μέσα της δεκαετίας του '80, η πλειοψηφία των Λευκών είχε κατανοήσει ότι το status quo του απαρτχάιντ δεν είχε μέλλον και άρχισαν να εξετάζουν την προοπτική "μεταρρυθμίσεων" που απείχαν αρκετά από τα αιτήματα του Εθνικού Αφρικανικού Κογκρέσου (ANC) για μια οικουμενική ισότητα -ένας άνθρωπος, μία ψήφος σε μια μη ρατσιστική Νότια Αφρική (...). Μέχρι το τέλος, οι σφυγμομετρήσεις έδειχναν ότι η πλειοψηφία των Λευκών απέρριπτε την καθολική ψηφοφορία, αλλά αποδεχόταν ένα είδος διανομής της εξουσίας εφόσον διατηρούσε το δικαίωμα του βέτο στις στρατηγικές αποφάσεις (17)».

Από την πλευρά της, η Χαμάς παραμένει στο περιθώριο της συζήτησης, αρκούμενη στο να αποδέχεται τη δημιουργία ενός παλαιστινιακού κράτους στη Δυτική Οχθη του Ιορδάνη και τη Γάζα και να υπόσχεται, σε αυτές τις συνθήκες, μια λίγο ως πολύ μακρόχρονη «χόντνα» (εκεχειρία) με το Ισραήλ, αλλά χωρίς αναγνώριση. Οσο γι' αυτό που θα ήταν η «απελευθέρωση ολόκληρης της Παλαιστίνης» και το μέλλον του εβραϊκού πληθυσμού της, το ισλαμιστικό κίνημα περιορίζεται σε διακηρύξεις για την αποδοχή των θρησκευτικών μειονοτήτων.

ΟΠΑΔΟΙ ΤΗΣ ΟΥΤΟΠΙΑΣ

Ενώ οι δύο πιο αντιπροσωπευτικές οργανώσεις των Παλαιστινίων, η Φάταχ και η Χαμάς, είναι απούσες από τη συζήτηση -η οποία, ωστόσο, χρονίζει- για το ενιαίο κράτος, διανοούμενοι όπως ο Εντουάρντ Σαΐντ ή ο Τόνι Τζαντ, ένα τμήμα του κινήματος αλληλεγγύης με την Παλαιστίνη κι ένα σημαντικό, αλλά μειοψηφικό, τμήμα της παλαιστινιακής κοινής γνώμης έχουν υποστηρίξει ή υποστηρίζουν την ουτοπία ενός ενιαίου και δημοκρατικού κράτους (18). Οπως η πρόταση της Φάταχ στα τέλη της δεκαετίας του '60, έτσι και αυτή ζημιώνεται από τις αμφισημίες της: πρόκειται, άραγε, για ένα κράτος όλων των πολιτών του όπως στο νοτιοαφρικανικό μοντέλο; Για ένα διεθνικό κράτος στα πρότυπα της παλιάς Τσεχοσλοβακίας; Πώς θα είναι το σύνταγμά του και τι εγγυήσεις θα προσφέρει στις διάφορες εθνικές και θρησκευτικές κοινότητες; Πώς θα προσδιορίζεται αυτό το κράτος σε σχέση με το περιβάλλον του; Θα ενταχθεί στον Αραβικό Σύνδεσμο;

Ενα τέτοιο σχέδιο δεν μπορεί να διαμορφωθεί παρά με βάση έναν κοινό αγώνα των Παλαιστινίων και τουλάχιστον ενός σημαντικού τμήματος του εβραϊκού πληθυσμού του Ισραήλ. Κάποιοι επικαλούνται συχνά το παράδειγμα της Νότιας Αφρικής. Αλλά, πέρα από το ζήτημα του να ξέρουμε εάν το Ισραήλ είναι ή όχι ένα κράτος του απαρτχάιντ, το νοτιοαφρικανικό μοντέλο εξόδου από τη σύγκρουση έγινε δυνατό γιατί το Αφρικανικό Εθνικό Κογκρέσο (ANC), μέσω της συμμαχίας του με το Κομμουνιστικό Κόμμα, είχε μια «βάση Λευκών». Επιπλέον, είχε προσαρμόσει τον λόγο του και τις μεθόδους αγώνα στη θέλησή του να οικοδομήσει μια κοινωνία «ουράνιου τόξου» και να αποφύγει την έξοδο του λευκού πληθυσμού που είχαν γνωρίσει, για παράδειγμα, η Αγκόλα και η Μοζαμβίκη. Δεν χρησιμοποίησε το όπλο της τρομοκρατίας παρά με περιορισμένο τρόπο, φοβούμενο ότι αυτό θα του στερήσει την υποστήριξη της κοινής γνώμης, κυρίως των Λευκών (19). Το Αφρικανικό Εθνικό Κογκρέσο, ενώ πάλευε κατά τρόπο αδιάλλακτο για την αρχή «ένας άνθρωπος, μία ψήφος», μπόρεσε να λάβει υπόψη του τους φόβους της κοινότητας των Λευκών.

(1) Βλαντίμιρ Ζεέβ Γιαμποτίνσκι (1880-1940), ηγέτης της σιωνιστικής δεξιάς. Οι θέσεις του ενέπνευσαν τα κόμματα της δεξιάς.

(2) «Haaretz», Τελ Αβίβ, 15 Ιουλίου 2010.

(3) « Is there another option?», «Haaretz», 2 Ιουνίου 2010.

(4) TheJewishPress.com, 10 Ιουλίου 2009.

(5) « The false religion of Mideast peace: And why Ι'm no longer a believer», Foreign Policy, Ουάσιγκτον, Μάιος - Ιούνιος 2010.

(6) Γραμμένο με τον Hussein Agha, «Israel and Palestine: Can they start over? », The New York Review of Books, 3 Δεκεμβρίου 2009.

(7) « Α Mideast truce », «The New York Times», 16 Νοεμβρίου 2009.

(8) Denis Bauchard, «L'Etat palestinien en question. La solution des deux Etats est-elle encore possible?» Σημείωμα του Institut Francais des Relations Internationales, Παρίσι, Μάρτιος 2010.

(9) Βλέπε «Le "veritable visage" de Μ. Ehoud Barak», «Le Monde diplomatique», Ιούλιος 2002.

(10) «Israel, Palestine, l'egalite ou rien», La Fabrique, Παρίσι, 1999.

(11) «Strike Terror: The Story of Fatah», Sabra Books, Νέα Υόρκη, 1970.

(12) « Armistice now», Foreign Affairs, Νέα Υόρκη, Μάρτιος-Απρίλιος 2010.

(13) Τα σενάρια εξετάστηκαν με πολύ έξυπνο τρόπο από τον Jean-Francois Legrain στο «Palestine: un Etat? Quel Etat?», Gremmo.mom.fr, 11 Δεκεμβρίου 2009.

(14) Βλ. Dominique Vidal, «Palestine: apropos de l'Etat binational », France-Palestine.org, 23 Νοεμβρίου 2009.

(15) Uri Avnery, «Rosemary's Baby», Gush-Shalom.org, 24 Ιουλίου 2010.

(16) Ali Abunimah, «One Country», Metropolitan Books, Νέα Υόρκη, 2006.

(17) «Israelis embrace one-state solution from unexpected direction», Electronicintifada.net, 21 Ιουλίου 2010.

(18) Βλέπε Leila Farsakh, «L'heure d'un Etat binational est-elle venue?», «Le Monde diplomatique», Μάρτιος 2007.

(19) Βλ. Nelson Mandela, «Un long chemin vers la liberte», «Le Livre de poche», Παρίσι, 1996, σ. 341.

Πηγή:

http://www.enet.gr/?i=issue.el.home&date=07/11/2010&id=220649

Δεν υπάρχουν σχόλια: