Πέμπτη, 6 Μαρτίου 2008

Πίνοντας Νερό από τη Θάλασσα της Γάζας

Η Αμίρα Χας είναι γνωστή Ισραηλινή δημοσιογράφος που αγωνίζεται εδώ και χρόνια για τα δικαιώματα των Παλαιστινίων. Το 1991 ήταν η πρώτη Ισραηλινή δημοσιογράφος που πήγε να ζήσει την Λωρίδα της Γάζας, για να καλύψει για λογαριασμό της εφημερίδας "Χαάρετς" τις εξελίξεις ενόψει των συμφωνιών του Όσλο.
Το 1996 εξέδωσε το πρώτο της βιβλίο στα εβραϊκά, με τίτλο "Πίνοντας Νερό από τη Θάλασσα της Γάζας"(Λιστότ Μάιμ αλ άζα στα εβραϊκά, Drinking the Sea at Gaza στα αγγλικά), όπου καταγράφει τις εμπειρίες της από εκείνη την εποχή ελπίδας... Το βιβλίο εξηγεί σε μεγάλο βαθμό γιατί οι συμφωνίες του όσλο δεν "περπάτησαν" και φθάσαμε στην δεύτερη ιντιφάντα το 2000.
Η Αμίρα Χας ζει σήμερα στην Ραμάλα και συνεχίζει να στέλνει ανταποκρίσεις και απόψεις για τις εξελίξεις στα κατεχόμενα. Το βιβλίο που ανέφερα παρά τις προσπάθειες δεν εκδόθηκε τελικά στα ελληνικά. Ακολουθεί ένα ενδιαφέρον κατά τη γνώμη μου απόσπασμα από την εισαγωγή του βιβλίου, που αναφέρεται στο γιατί επέλεξε να πάει στην Γάζα και πβς αντιμετώπισε τους ανθρώπους της, αλλά και τους επιφυλακτικούς συμπατριώτες της.

Απόσπασμα

Όποιος ήξερε να μιλά εβραϊκά μου μιλούσε στην γλώσσα μου με απόλυτη φυσικότητα. Στο σπίτι, στο γραφείο, στο βενζινάδικο, στην αγορά μέσα στο στρατόπεδο των προσφύγων, στην κηδεία ενός κοριτσιού στο Χαν-Γιούνες, που σκοτώθηκε από ριπές του ισραηλινού στρατού μισή ώρα μετά την άρση του αποκλεισμού, σε διαδήλωση υπέρ των κρατουμένων και στον γάμο ενός από τους αδελφούς της. Στα σπίτια κάποιων από αυτούς πέρασα αρκετά βράδια όταν ο αποκλεισμός και οι επιδρομές του ισραηλινού στρατού κυριαρχούσαν τη νύχτα. «Τι θα απογίνεις αν οι άνθρωποι με τα καλυμμένα πρόσωπα ανακαλύψουν ότι ανάμεσά τους υπάρχει μια Εβραία;» με ρώτησε στο Τελ-Αβίβ κάποιος, γνωστός, κατά τα άλλα, φιλοάραβας. Εκείνη την εποχή ήμουν πολύ συχνά φιλοξενούμενη του Ράτζι Σουράνι και του καθηγητή Χαϊντέρ αμπντ αλ-Σάφι. Ξαφνιάστηκα με την ερώτηση – ούτε είχε περάσει από το μυαλό εκείνων που με φιλοξενούσαν. Αυτή η ερώτηση δεν απασχόλησε ποτέ εκείνους που με δεχόντουσαν στα σπίτια τους, στο στρατόπεδο των προσφύγων είτε στη Ραφίαχ είτε στο Σάτι. Η φυσικότητα με την οποία με δεχόντουσαν, με την οποία διαφωνούσαμε ή και τσακωνόμασταν μερικές φορές, μπορεί να δώσει απάντηση στους πολλούς που με ρωτούσαν «Πώς είναι δυνατό να μη φοβάσαι;» Γνώρισα την Γάζα μέσα από τα μάτια ζωντανών ανθρώπων, όχι μέσα από το παράθυρο ενός στρατιωτικού τζιπ, ή ενός ανακριτικού γραφείου της Σαμπάκ - των μυστικών υπηρεσιών του Ισραήλ- ή τις επίσημες ανακοινώσεις.
Πόσο στρεβλή ήταν η εικόνα για τη Γάζα και τους κατοίκους της, το ανακάλυψα στην αρχή του 1991. Για να εξασφαλίσω τα προς το ζην, δούλευα ως δημοσιογράφος στην εφημερίδα «ΧΑΑΡΕΤΣ». Τον ελεύθερο χρόνο μου μετείχα εθελοντικά στο έργο της οργάνωσης «Βοήθεια για τον Eργαζόμενο», που ασχολιόταν με τα προβλήματα των εργατών από τα κατεχόμενα και με τα παράπονά τους ενάντια στους ισραηλινούς εργοδότες τους. Έτσι άρχισα να έχω επαφή με τους ανθρώπους της Γάζας και την ζωή τους. Η Άντα Όσπιζ, συνάδελφος στην εφημερίδα εκείνη την εποχή, ενθουσιάστηκε με την ιδέα να γράφω σχετικά με αυτό το θέμα. Το έκανα για πάνω από ένα χρόνο. Η δικηγόρος Ταμάρ Πέλεγκ, που δούλευε τότε στην οργάνωση για τα δικαιώματα του πολίτη στο Ισραήλ, μου έδωσε τα πρώτα ονόματα ανθρώπων που άξιζε να μιλήσεις μαζί τους – όλοι «πελάτες» της από την εποχή της σύλληψής τους ή της φυλάκισής τους για συμμετοχή στην πρώτη Ιντιφάντα, που κράτησαν την επαφή και τις φιλικές σχέσεις μαζί της. Και εκείνη τους επισκεπτόταν συχνά. Πρώτος από όλους ήταν ο δικηγόρος Ράτζι Σουράνι.
Τα υπόλοιπα ήρθαν φυσιολογικά. Ο κύκλος των γνωριμιών μου όλο και δειρυνόταν και συνεχώς ανακάλυπτα ότι είχα ακόμα να μάθω πολλά για αυτό τον μικρό και πολυπληθή τόπο. Μετά τη συμφωνία του Όσλο, μου πρότειναν να γίνω ανταποκρίτρια της εφημερίδας στην Λωρίδα και να παρακολουθώ από κοντά τις εξελίξεις. Μου φάνηκε απόλυτα φυσικό να μετακομίσω στην Γάζα, όπως κάθε δημοσιογράφος που τον στέλνουν σε μια άλλη χώρα. Πώς θα μπορούσαν, άλλωστε, να γνωρίσουν την κοινωνία και να μιλήσουν για εκείνη, αν δεν ζήσουν μέσα σε αυτή; Επί τρεις μήνες, από τον Δεκέμβριο του 1993, άλλαξα διάφορα σπίτια στην περιοχή. Μετά, για πάνω από δυόμισι χρόνια, έζησα σε διάφορα νοικιασμένα διαμερίσματα. Τα χρόνια που απλώς επισκεπτόμουν την Γάζα, αλλά και τα χρόνια που έζησα εκεί, φρόντιζα πάντα να ξέρουν όλοι ότι ήμουν Ισραηλινή και Εβραία.
Αυτή την απάντηση δίνω σε όσους αναρωτιούνται στο Ισραήλ, πώς βρέθηκα στη Γάζα και γιατί μένω εκεί. Πρόκειται βέβαια για μια μερική και απλοϊκή απάντηση. Την ολοκληρωμένη απάντηση την άφηνα συνήθως στην άκρη.
Ένα μέρος της απάντησης έχει σχέση με τις αναμνήσεις της μητέρας μου, που, ακούγοντάς τες από παιδί, έγιναν και δικές μου αναμνήσεις. Όταν κατέβηκε η μητέρα μου από το τρένο, μαζί με όλους αυτούς που είχαν μεταφερθεί από το Βελιγράδι, και την πήγανε στο στρατόπεδο Μπέργκεν-Μπέλσεν, διέκρινε μια ομάδα Γερμανίδων. Μερικές από αυτές περπατούσαν, άλλες ήταν πάνω σε ποδήλατα. Σταμάτησαν και κοιτούσαν με μεγάλη περιέργεια την πομπή. Η εικόνα αυτή με έκανε να μη θέλω πια να παρακολουθώ τις εξελίξεις από μακριά. Από μικρή αποφάσισα ότι δεν θα ακολουθήσω αυτή την τακτική.
Το πρώτο πράγμα που με τράβηξε στη Γάζα δεν έχει σχέση με κάποια περιπετειώδη διάθεση ή κάποιο είδος τρέλας, όπως υποστήριζαν κάποιες απόψεις που κυκλοφορούσαν. Η Λωρίδα της Γάζας κρύβει για μένα μέσα της όλη την ιστορία της ισραηλινο-παλαιστινιακής διαμάχης. Αποτελεί το μεγάλο πλήγμα του ισραηλινού κράτους, την ανοικτή πληγή μας. Ένοιωθα την ανάγκη τα γνωρίσω τους ανθρώπους – με σάρκα και οστά – οι ζωές των οποίων ορίζονται από τη δική μου κοινωνία και από τη δική μου ιστορία, από τότε που οι γονείς τους ή οι παππούδες τους εκδιώχτηκαν από τα χωριά τους, το 1948. Φαίνεται ότι η επιθυμία μου να ζήσω στη Γάζα, πηγάζει από τον φόβο μου να παρακολουθώ από μακριά, από την ανάγκη μου να καταλαβαίνω με κάθε λεπτομέρεια την ιστορική και πολιτική πραγματικότητα, που έχει σχέση απόλυτα με το κράτος του Ισραήλ.
Πολύ γρήγορα κατάλαβα ότι κάτι ιδιαίτερο με συνδέει με τα στρατόπεδα των προσφύγων και τα χωριά των Παλαιστινίων, ότι εκεί αισθάνομαι σαν στο σπίτι μου, σε αυτή την πρόσκαιρη μονιμότητα, με νοσταλγία για κάθε κόκκο άμμου και με την έξαψη που φουντώνουν οι σειρές από δέντρα. Μόνο αργότερα, και μόνο σε μερικούς φίλους στο Ισραήλ ή στην Γάζα, μπόρεσα να εξηγήσω ότι αυτή ήταν η κληρονομιά των γονιών μου, πως ένα χαρμάνι μέσα από την ίδια μου την αυτοβιογραφία με έσπρωξε προς τα εκεί.
Όταν ήμουν μικρή δεν μπορούσα να καταλάβω από που προέρχεται το χαρμάνι αυτό. Οι γονείς μου ήταν άνθρωποι που επέζησαν από το Ολοκαύτωμα, κομμουνιστές, Εβραίοι από την νοτιοανατολική Ευρώπη – έννοιες που δεν μπορούσα ακόμα να κάνω τη σύνδεση μεταξύ τους. Οι ιστορίες με τις οποίες μεγάλωσα, ήταν οι ιστορίες αγώνα ενός κατατρεγμένου λαού.
Στο σχολείο που πήγαινε ο πατέρας μου το ένα τρίτο των μαθητών ήταν Εβραίοι. Υπήρχε ειδική συμφωνία να πηγαίνουν και το Σάββατο στο σχολείο, να μην συμμετέχουν όμως σε διαγωνίσματα και να μην τους δίνονται γραπτές εργασίες. Μια μέρα ένας αντισημίτης καθηγητής της ιστορίας αποφάσισε να παραβιάσει τη συμφωνία και έβαλε διαγώνισμα κάποιο Σάββάτο. Σαν παιδί μου άρεσε πολύ να ακούω, πώς ο πατέρας μου, 13 χρονών τότε, ορθόδοξος Εβραίος, με μεγάλη αυτοπεποίθηση για τη θέση που κατείχε στην κοινωνία που ζούσε, οργάνωσε τους Εβραίους συμμαθητές του σε απεργία κι έπεισε και δύο μη θρήσκους μαθητές να συμμετέχουν στην απεργία. Ο διευθυντής αποφάσισε να τον διώξει από το σχολείο. Έπρεπε να χρησιμοποιήσουν μέσο, για να αλλάξει η ποινή της αποβολής για ένα μήνα που του είχαν επιβάλλει. Η οικογένεια του απευθύνθηκε στον καθηγητή των μαθηματικών, που ήταν συμπαθητικός. Του εξήγησε ότι επρόκειτο για υπεράσπιση της θρησκείας και των δικαιωμάτων των μειονοτήτων, και εκείνος είπε: «Ανοησίες, υπεράσπιση της θρησκείας. Είναι φανερό ότι πρόκειται για αυτόν τον μπολσεβίκο, που οργανώνει απεργίες».
Και η μητέρα μου είχε αντιμετωπίσει παρόμοια κατηγορία. Στο στρατόπεδο Μπέργκεν-Μπέλσεν, το μόνο φαγητό που έτρωγαν ήταν μια σούπα από βρασμένα γογγύλια και αυτός που την σερβίριζε δεν ενδιαφερόταν να δίνει σε όλους ίσες μερίδες. Η μητέρα μου και κάποιες φίλες της ανέλαβαν να μοιράσουν το φαγητό και υποσχέθηκαν να το μοιράσουν δίκαια. «Τι νομίζετε ότι είναι εδώ; Σοβιέτ;» της φώναξε ο διοικητής του στρατοπέδου. Οι φίλες της επίσης κρατούσαν τσίλιες μη και εμφανιστεί κανένα καρφί, την ώρα που η μητέρα μου έγραφε κρυφά και παράνομα ημερολόγιο, σε κομμάτια χαρτί. Κρυφά επίσης έκανε μαθήματα στα παιδιά του στρατοπέδου, δραστηριότητα που έβαζε τη ζωή όλων σε κίνδυνο.
Η οικογένεια του πατέρα μου εξορίστηκε στο γκέτο της Τρανσνίστρια, όπου οι γονείς του πέθαναν. Εκεί υπήρχε ένα ζαχαροπλαστείο. Όσοι είχαν τα μέσα και κάποιοι από την Judenrat, ήταν οι μόνιμοι πελάτες, ενώ πεινασμένα παιδιά στεκόντουσαν έξω και κοίταγαν με τα διάπλατα μάτια τους. Όταν μιλούν για την μοίρα του Εβραϊκού Λαού, εγώ βλέπω-μέσα από τις αναμνήσεις του πατέρα μου- τα μάτια αυτών των παιδιών.
Και η μητέρα μου θυμόταν τον καθηγητή της των μαθηματικών, που ήταν ένας από τους ήρωες της παιδικής μου ηλικίας. Πηγαίνοντας στο σχολείο, φορτωμένη βιβλία και τετράδια, έπρεπε να περάσει και από το φούρνο να δώσει έναν τεράστιο δίσκο με πίτες που είχε ετοιμάσει η μητέρα της. Ήταν μια υποχρέωση που της έδινε στα νεύρα και λίγο ενοχλητική επειδή έπεφτε στην μικρότερη της οικογένειας. Στο δρόμο, η μητέρα μου συνάντησε τον Εβραίο καθηγητή της των μαθηματικών- τον Μαρσέλ Σνάιντερ- και, πάντα θυμόταν πώς εκείνος υποκλίθηκε μπροστά της και έβγαλε το καπέλο του. Όλοι γνώριζαν το μυστικό του ότι ήταν κομμουνιστής. Κατά την διάρκεια του πολέμου ήταν αντάρτης, τον πιάσανε, και οι Γερμανοί τον κρέμασαν. Στο εβραϊκό μουσείο στο Βελιγράδι, κάποτε ανακάλυψα με έκπληξη τη διαταγή που αναφερόταν στην εκτέλεσή του.
Μια πόλη ανεκτική, σχεδόν ειδυλλιακή, αυτό ήταν το Σεράγεβο πριν τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο. Έτσι παρουσιάζεται μέσα από τις αναμνήσεις της μητέρας μου. Ο ιμάμης να καλεί σε προσευχή, οι καμπάνες των εκκλησιών και οι ψαλμωδίες του Σαββάτου στα Λαντίνο, ήταν η μουσική της παιδικής της ηλικίας. Άνθρωποι και των τριών θρησκειών ζούσαν εκεί μαζί, πήγαιναν στην ίδια τάξη στο σχολείο, μετά πήγαιναν μαζί στο πανεπιστήμιο, γινόντουσαν μαζί άθεοι και γραφόντουσαν σε κομμουνιστικές οργανώσεις. Το μοναδικό ίσως χαστούκι που έδωσε ποτέ η μητέρα μου, ήταν σε έναν μουσουλμάνο φοιτητή που κορόιδευε τους Εβραίους. Αργότερα όμως τα βρήκαν.
Ευτυχώς, γεννήθηκα μετά τον θάνατο του Στάλιν. Ο κομμουνισμός στο σπίτι μας είχε να κάνει με την καθημερινότητά μας, με τη συμμετοχή σε απεργίες εργατών και σε διαδηλώσεις ανέργων, με τη γιορτή της εργατικής πρωτομαγιάς, με διαδηλώσεις ενάντια στο στρατιωτικό καθεστώς που ίσχυε για τους Παλαιστινίους που ζούσαν ως πολίτες του κράτους του Ισραήλ, με την έντονη αντίδραση κατά των σχέσεων του τότε πρωθυπουργού Μπεν Γκουριόν με την Δυτική Γερμανία, και την απαίτηση να μην πωλούνται όπλα σε ξένες χώρες. Η αστυνομία ερχότανε στο σπίτι μας πολλές φορές, πότε για να ανακρίνει την μητέρα μου, άλλοτε για να συλλάβει τον πατέρα μου, επειδή έπαιρνε μέρος σε «παράνομες διαδηλώσεις». Τώρα πια καταλαβαίνω πόσο μας είχε συνεπάρει η σοσιαλιστική ουτοπία, προσπαθώντας να ξεφύγουμε από το χάος που είχε επέλθει μετά το Ολοκαύτωμα. Το χάος αυτό ακόμα μας κυνηγάει και δεν ξέρω κατά πόσο όλες αυτές οι ουτοπίες με επηρεάζουν ακόμα.
Όταν άρχισα στην ηλικία των 13-14 χρόνων να ψάχνω πόσο με επηρεάζουν τα όσα είχε γράψει ο Μαρξ και οι άλλοι μαρξιστές, η μητέρα μου άρχισε να ξεφυλλίζει «Το Κομμουνιστικό Μανιφέστο» που κρατούσα στα χέρια μου. «Κοίτα», είπε δείχνοντάς μου την τελευταία πρόταση. «Κοίτα πώς τον αγνόησαν ακόμη και στο ίδιο μας το κόμμα: δημιουργείται το κόμμα, μέσα στο οποίο η ελεύθερη εξέλιξη του κάθε ατόμου, αποτελεί τον όρο της ελεύθερης εξέλιξης του συνόλου». Αυτή ακριβώς η ευαισθησία για τον άνθρωπο, αυτό το χαρμάνι, που δημιουργήθηκε μέσα μου, από πολύ νωρίς, η αποστροφή για οποιαδήποτε ιδεολογία και πρακτική που θεωρούνταν «ιδανική» ή «σωτήρια», ήταν που επηρέασαν την κατοπινή μου συμπεριφορά.
Ήμουν 5 ετών όταν ρώτησα τους γονείς μου γιατί τελικά ήρθαν στο Ισραήλ αφού ποτέ τους δεν ήταν σιωνιστές. Την απάντηση την πήρα καμιά εικοσαριά χρόνια αργότερα, όταν ζούσα για δύο χρόνια στο Άμστερνταμ. Εκεί αισθάνθηκα, με όλο μου το είναι, πόσο βαθύ είναι, και πόσο πολύ πονάει, το χάσμα που δημιουργήθηκε στην Ευρώπη μετά το 1945, πόσο αυτή η ξένη πλέον ήπειρος απέβαλε τους Εβραίους που έζησαν σε αυτήν για εκατοντάδες χρόνια. Δεν ήταν μόνο η συνεργασία των περισσότερων με τη ψύχωση που είχε καταλάβει τη Ναζιστική Γερμανία, ούτε η αδιαφορία με την οποία δέχτηκαν την απομάκρυνση και την σταδιακή εξολόθρευση των Εβραίων, ήταν κυρίως ο απόλυτος φυσικός τρόπος με τον οποίο δέχτηκαν το κενό που δημιουργήθηκε. Σήμερα πια ξέρω ότι το κενό αυτό- οι αγαπημένοι τόποι που θα θύμιζαν για πάντα την δολοφονία των συγγενών και φίλων- ήταν που οδήγησε τους γονείς μου, μαζί με χιλιάδες άλλους που επέζησαν, να φύγουν, να επιλέξουν μια καινούργια πατρίδα με ελιές, πορτοκαλιές, φραουλιές και έναν ήλιο καυτό και λαμπερό. Εμένα μου λείπουν τα τοπία της δικής τους παιδικής ηλικίας. Εγώ γεννήθηκα μέσα στο κατακίτρινο χρώμα της Ιερουσαλήμ και στον ξερό αέρα της ερήμου. Αλλά πάντα παραμένει σφηνωμένη στη μνήμη μου η τελευταία φορά που οι γονείς μου έστριψαν το κεφάλι, για να αντικρίσουν το σπίτι που αγάπησαν και από το οποίο εκδιώχτηκαν. Η ανάμνηση αυτή ήταν που τους έκανε, όταν έφθασαν στο Ισραήλ το 1949, να αρνηθούν να κατοικήσουν σε σπίτια Παλαιστινίων προσφύγων.

Δεν υπάρχουν σχόλια: