Πέμπτη, 15 Μαΐου 2008

Ισραήλ και Παλαιστίνη ο τόπος μου, ο πόνος μου

ΤΟΥ DANIEL BARENBOIM*

Αναδημοσίευση από το ΒΗΜΑ(15/05/2008)



Κάποιες φωτογραφίες, στο καμαρίνι μου στην Κρατική Οπερα του Βερολίνου, μου θυμίζουν τη θέα που απολαμβάνω από τα παράθυρα του σπιτιού μου στην Ιερουσαλήμ. Είναι κάπως ξεθωριασμένες, αλλά τη θέα εύκολα την αναγνωρίζει κανείς: η Παλιά Πόλη, ο Ναός του Ορους, με τον απαστράπτοντα τρούλο του, τα τείχη, οι πύλες.

Καμιά φορά κάθομαι σ΄ αυτό το δωμάτιο πριν από την παράσταση και, κοιτάζοντας τις φωτογραφίες, αναπολώ την Ιερουσαλήμ του Ισραήλ, τον τόπο μου. Πολύ συναισθηματικός δεν είμαι, άλλωστε η κατάσταση στη Μέση Ανατολή με αφορά προσωπικά και είναι τέτοια που δεν επιτρέπει συναισθηματισμούς.

Από το 1952 έχω ισραηλινό διαβατήριο. Από ηλικίας 15 ετών ταξιδεύω σ΄ όλο τον κόσμο ως μουσικός. Εχω ζήσει στο Λονδίνο και στο Παρίσι και επί σειρά ετών πηγαινοερχόμουν από το Σικάγο στο Βερολίνο. Πριν αποκτήσω ισραηλινό διαβατήριο, είχα αργεντίνικο· μετά απέκτησα και ισπανικό. Και το 2007 έγινα ο πρώτος Ισραηλινός στον κόσμο ο οποίος μπορεί να επιδείξει παλαιστινιακό διαβατήριο στα φυλάκια των συνόρων του Ισραήλ.

Είμαι, τρόπος του λέγειν, ζωντανή απόδειξη του γεγονότος ότι μόνον η ρεαλιστική λύση των δύο κρατών (ή, ακόμα καλύτερα, μια τριπλή ομοσπονδία ΙσραήλΠαλαιστίνης-Ιορδανίας, όσο εξωπραγματική κι αν ακούγεται) μπορεί να ξαναφέρει την ειρήνη στην περιοχή. Η απάντησή μου σε όσους θεωρούν ότι δεν είμαι παρά ένας αφελής καλλιτέχνης είναι ότι, πράγματι, πολιτικός δεν είμαι· κι ας έχω ανταλλάξει χειραψίες με τον Νταβίντ Μπεν Γκουριόν και τον Σιμόν Πέρες όταν ήμουν νεαρός. Πάντα με ενδιέφερε η ανθρωπότητα και όχι η πολιτική. Υπό αυτή την έννοια, θεωρώ τον εαυτό μου απόλυτα ικανό να αναλύσει την κατάσταση με την ευαισθησία ενός καλλιτέχνη.

Στη δεκαετία του 1950, η Ευρώπη ήταν βαθιά πληγωμένη από τα δεινά του πολέμου. Ταξιδεύοντας, διέκρινα βαθιές αντιθέσεις ανάμεσα στην Ευρώπη και στο Ισραήλ. Την εποχή εκείνη, το Ισραήλ ήταν το πιο ιδεαλιστικό, το πιο κοινωνικό κράτος που μπορεί κανείς να διανοηθεί. Κανείς δεν ένιωθε ότι δουλεύει «για το κράτος», διότι τέτοιο πράγμα δεν υπήρχε. Το κράτος διαμορφωνόταν μπροστά στα μάτια μας, εμπνέοντας τον ιδεαλισμό, την υπευθυνότητα, την καθημερινή δουλειά μας.

Οντας εβραίος, στο Ισραήλ δεν ήσουν πια υποχρεωμένος να ασκείς κάποιο από τα λεγόμενα «ελεύθερα επαγγέλματα», όπως στη Διασπορά (καλλιτέχνης, δικηγόρος, γιατρός, τραπεζίτης), αλλά μπορούσες να γίνεις αγρότης, αν ήθελες, αστυνομικός, στρατιώτης- ή και εγκληματίας ακόμη. Κράτος και σπίτι, σπίτι και κράτος συντήχθηκαν σε κράμα.

Το 1967, μετά τον Πόλεμο των Εξι Ημερών, το Ισραήλ έκανε στροφή προς τους Αμερικανούς- όχι απαραιτήτως προς το συμφέρον του. Οι στενοκέφαλοι έλεγαν «δεν πρόκειται να παραδώσουμε ποτέ τα κατεχόμενα εδάφη». Οι θρησκόληπτοι έλεγαν «εμείς απελευθερώσαμε τους βιβλικούς τόπους,δεν τους κατακτήσαμε». Και με αυτά προδιαγράφηκε το τέλος του σοσιαλισμού στο Ισραήλ.

Εδώ και δεκαετίες διαβάζαμε τίτλους για έκρηξη της βίας. Μια ατέρμων αλληλοδιαδοχή πολέμων και τρομοκρατικών επιθέσεων. Μια κατάσταση που έχει γραφτεί ανεξίτηλα στη σκέψη των ανθρώπων. Τώρα, με το Ιράκ και το Ιράν, δεν ακούγονται πολλά και αυτό είναι ακόμη χειρότερο.

Πολλοί Ισραηλινοί ονειρεύονται ότι θα ξυπνήσουν κάποιο πρωί και οι Παλαιστίνιοι θα έχουν φύγει. Και οι Παλαιστίνιοι ονειρεύονται ότι θα ξυπνήσουν και οι Ισραηλινοί θα έχουν φύγει. Καμία από τις δύο πλευρές δεν είναι πια σε θέση να διακρίνει τη διαφορά ανάμεσα στο όνειρο και στην πραγματικότητα. Αυτός ακριβώς είναι ο ψυχολογικός πυρήνας του προβλήματος.

Από τη δεκαετία του 1960 και μετά δεν νιώθω πλέον άνετα στο Ισραήλ. Φυσικά είναι ο τόπος μου· εκεί έζησαν οι γονείς μου και στην Ιερουσαλήμ τους έχω θαμμένους. Οποτε γινόταν πόλεμος στο Ισραήλ, εκεί πήγαινα και έπαιζα: το 1956, το 1967, το 1973. Η μουσική είναι η γλώσσα και το «όπλο» μου.

Ωστόσο, μετά τον Μαύρο Σεπτέμβρη του 1970, είπε η Γκόλντα Μέιρ, «τι είναι αυτά που λέτε για τους Παλαιστινίους; Ο πραγματικός παλαιστινιακός λαός είμαστε εμείς!». Ε, τότε, κάτι έκανε «κλικ» μέσα στο μυαλό μου. Αυτό πλέον, από ηθικής απόψεως, ήταν απαράδεκτο.

Ασφαλώς οι εβραίοι δικαιούνται να έχουν δικό τους κράτος και στο κράτος αυτό έχουν δικαιώματα. Αυτή η απαίτηση έγινε επιτακτική έπειτα από το Ολοκαύτωμα και τις ενοχές των Ευρωπαίων ύστερα από το 1945. Ομως πολύ εύκολα ξεχάσαμε ότι υπήρξε και μετριοπαθής σιωνισμός, άνθρωποι σαν τον Μάρτιν Μπούμπερ, ο οποίος εξ αρχής έλεγε ότι το δικαίωμα ύπαρξης εβραϊκού κράτους πρέπει να γίνει αποδεκτό από τον υπάρχοντα μη εβραϊκό πληθυσμό. Ο στρατευμένος σιωνισμός ποτέ δεν ενστερνίστηκε αυτή την ιδέα. Ακόμη και σήμερα στηρίζεται σε ένα ψέμα: ότι, δήθεν, η περιοχή όπου εγκαταστάθηκαν οι εβραίοι ήταν άδεια.

Σήμερα, πολλοί Ισραηλινοί δεν έχουν ιδέα του τι σημαίνει να είσαι Παλαιστίνιος· τι είναι να ζεις σε μια πόλη σαν τη Ναμπλούς, που κατάντησε φυλακή για 180.000 ανθρώπους. Τι απέγινε λοιπόν η περιβόητη ισραηλινή διανόηση; Δεν μιλάω καν για δικαιοσύνη ή αγάπη. Γιατί εξακολουθούν να καλλιεργούν το μίσος στη Λωρίδα της Γάζας;

Στρατιωτική λύση είναι αδύνατον να υπάρξει. Δύο λαοί αγωνίζονται για τον ίδιο τόπο. Οση δύναμη κι αν αποκτήσει το Ισραήλ, πάντα θα υπάρχουν ανασφάλεια και φόβος. Θέλαμε να γίνουμε ιδιοκτήτες μιας περιοχής που ποτέ δεν ανήκε στους εβραίους και στήσαμε εκεί οικισμούς. Αυτό οι Παλαιστίνιοι το βλέπουν σαν ιμπεριαλιστική πρόκληση και έχουν δίκιο. Η αντίσταση που προβάλλουν είναι απόλυτα κατανοητή. Απαράδεκτα είναι τα μέσα που χρησιμοποιούν γι΄ αυτό τον σκοπό· η βία και η απανθρωπιά.

Αυτή η κατάσταση με κάνει να υποφέρω, γι΄ αυτό ό,τι κι αν κάνω είναι απόρροια αυτού του πόνου: είτε διευθύνω Βάγκνερ στο Ισραήλ (ουδείς το είχε τολμήσει!), είτε μιλώντας για το ισραηλινό Σύνταγμα στην Κνεσέτ, είτε ιδρύοντας την ορχήστρα Ντιβάν, είτε δίνοντας συναυλία για τους δύο λαούς, όπως έγινε πρόσφατα στην Ιερουσαλήμ. Και όλα αυτά τα κάνω επειδή φτάνω στα όρια της τρέλας όταν βλέπω τις αδικίες που διαπράττουμε καθημερινά εμείς οι εβραίοι, δυναμιτίζοντας το μέλλον του Ισραήλ. Οσο κυνικό κι αν ακούγεται, νιώθω ευτυχής που γεννήθηκα το 1942 και όχι το 1972. Φυσιολογικά, δεν θα ζήσω για να δω το κράτος του Ισραήλ να διαλύεται, όπως και δεν θα υπάρχω την ημέρα που η κλασική μουσική δεν θα ασκεί πια καμία επιρροή ούτε στη σκέψη ούτε στο συναίσθημα.

Ε, λοιπόν, ή θα βρούμε τρόπο για να ζήσουμε μαζί ή θα αλληλοσκοτωθούμε. Τι μου δίνει ελπίδα; Μόνον η μουσική. Γιατί, μπροστά σε μια συμφωνία του Μπετόβεν , μπροστά στον «Δον Ζουάν» του Μότσαρτ, ή στον «Τριστάνο και Ιζόλδη» του Βάγκνερ, όλα τα ανθρώπινα πλάσματα γίνονται ένα.

Ο Ντάνιελ Μπαρενμπόιμ, πιανίστας και μαέστρος, είναι μουσικός διευθυντής της Staatskapelle του Βερολίνου και βασικός συνεργάτης της όπερας της Σκάλας του Μιλάνου· συνιδρυτής με τον Εντουαρντ Σαΐντ της Δυτικοανατολικής Ορχήστρας Divan, στην οποία συμπράττουν άραβες και ισραηλινοί μουσικοί.

Δεν υπάρχουν σχόλια: