Παρασκευή, 30 Μαΐου 2008

Αποτυγχάνοντας στο "τεστ λιντσαρίσματος" του Ισραήλ

Του Ακίβα Ελντάρ*

Υπάρχουν δημοσιογράφοι, συμπεριλαμβανομένων μερικών που είναι διάσημοι και ιδιαίτερα γνωστοί, που μαθαίνουν για μακρινούς τόπους και ξένους λαούς από τις τυχαίες συνομιλίες με οδηγούς ταξί. Μία τυχαία συνάντηση με ένα ταξιτζή στο Μανχάταν πέρυσι την άνοιξη μου έμαθε μερικά πράγματα που δεν ήξερα για την εφημερίδα μου και τον εαυτό μου.
Ένας γεννημένος στην Αλεξάνδρεια ταξιτζής, βετεράνος του αιγυπτιακού ναυτικού, μου ανέφερε ότι οι συνάδελφοί μου και εγώ στην εφημερίδα «Χαάρετς» δεν μιλάμε άσκοπα. Αφότου ανακάλυψε ποιος είμαι, αρνήθηκε επιτακτικά να μου πάρει λεφτά. Ο Άμπε μου είπε ότι ήταν πιστός μου αναγνώστης εδώ και χρόνια και ότι αυτός ήταν ένας ελάχιστος τρόπος να μου εκδηλώσει τον θαυμασμό για έναν δημοσιογράφο που του δίνει σε εβδομαδιαία βάση κάποια ελπίδα για ειρήνη στην περιοχή όπου γεννήθηκε.
Ανάμεσα στα χιλιάδες e-mail μίσους που παίρνω από ανθρώπους της ισραηλινής δεξιάς και τα δηλητηριώδη σχόλια που στέλνουν Αμερικανοί Εβραίοι μέσω της ηλεκτρονικής έκδοσης της Χαάρετς, που και που έρχονται και μερικά ενθαρρυντικά λόγια από Άραβες αναγνώστες από γειτονικές χώρες ή από την Δύση. Σε διεθνείς διασκέψεις μου κτυπάνε την πλάτη πραγματιστές Μουσουλμάνοι διανοούμενοι καθώς και αριστεροί-φιλελεύθεροι Εβραίοι και μη.
Αλλά τα θερμά λόγια του Αιγύπτιου ταξιτζή ήταν το πιο πολύτιμο δώρο που πήρα τις τρεις τελευταίες δεκαετίες-τα μισά χρόνια της ηλικίας του κράτους του Ισραήλ-κατά τα οποία έχω γράψει περισσότερα από 2.000 άρθρα. Ο Άμπε μου είπε ότι τον Σεπτέμβριο του 1979 ήλθε στην Χάιφα, την πόλη που γεννήθηκα, με την προεδρική θαλαμηγό του Ανουάρ Σαντάτ. Θυμήθηκα ότι λίγο μετά εκείνη την επίσκεψη, ένας Παλαιστίνιος δημοσιογράφος που λεγόταν Ισμαήλ Αιγουα ήλθε στο γραφείο μου.
Μου έλεγε ότι είχε μόλις απελευθερωθεί από κράτηση έξι μηνών λόγω υποψίας ότι ανήκε στην ΟΑΠ. Ο Άιγουα μου έδειξε μώλωπες στα πόδια του και ισχυριζόταν ότι αφού τον είχαν κτυπήσει και ξεφτιλίσει οι ανακριτές του, τον έστειλαν σπίτι χωρίς να του απαγγείλουν κατηγορίες. Έπεισα τον διευθυντή μου να πληρώσει για ανιχνευτή ψεύδους για να επιβεβαιώσει τους ισχυρισμούς του Άιγουα. Όταν το τεστ έδειξε ότι ο δημοσιογράφος έλεγε την αλήθεια, αποφασίσαμε να δημοσιεύσουμε την ιστορία μαζί με ντοκουμέντα από το ινστιτούτο πολυγράφων.
Η κριτική αποκάλυψη και η ασυνήθιστη χρήση του τεστ πολυγράφου έτυχε ευρείας δημοσιότητας στο Ισραήλ και τον διεθνή τύπο. Η Κνεσέτ(σ.σ. ισραηλινή βουλή) κάλεσε συζήτηση για το θέμα και ο πρωθυπουργός Μενάχεμ Μπέγκιν έδωσε εντολή στο υπουργείο Δικαιοσύνης να κάνει έρευνα. Όταν ολοκληρώθηκε η έρευνα, ο Γενικός Εισαγγελέας απέλυσε δύο ανακριτές από την Γενική Υπηρεσία Πληροφοριών και όρισε ειδική επιτροπή για τις επιτρεπτές μεθόδους στις ανακρίσεις.
Όχι μόνο πολιτικοί αλλά και συνάδελφοί μου, συμπεριλαμβανομένων κάποιων στα διπλανά γραφεία της εφημερίδας, με κατηγόρησαν ότι βλάπτω την υπόληψη της χώρας. Μερικοί έφτασαν να πουν ότι έπληξα την εθνική ασφάλεια, υποστήριζαν ότι οι νέοι κανονισμοί που θεσπίστηκαν ως αποτέλεσμα της υπόθεσης έδεναν τα χέρια των ανακριτών και τους δυσκόλευε να συλλάβουν τρομοκράτες και να αποτρέψουν τρομοκρατικές επιθέσεις. Ανάλογες κατηγορίες εκτοξεύτηκαν εναντίον μου όταν εκδόθηκε στα αγγλικά πέρυσι το βιβλίο «Οι Κύριοι της Γης», ένα βιβλίο για τους εποίκους που έγραψα μαζί με την Ιντίθ Ζέρταλ. Το βιβλίο, το οποίο εκδόθηκε σε τέσσερις γλώσσες(Εβραϊκά, Αγγλικά, Γερμανικά και Αραβικά), αναφέρεται σε σαράντα χρόνια κλοπής γης στα κατεχόμενα παλαιστινιακά εδάφη.
Ο πρέσβης του Ισραήλ σε κάποια μεγάλη ευρωπαϊκή πρωτεύουσα μου είχε κάποτε πει ότι ο Νταβίντ Γκρόσμαν(σ.σ. γνωστός ειρηνόφιλος Ισραηλινός συγγραφέας), του οποίου τα άρθρα δημοσιεύονταν κατά καιρούς στον τύπο και εγώ «του χαλάγαμε την δουλειά». Παραπονιόταν ότι κάθε φορά που επιτίθεντο στους επικριτές του Ισραήλ για την «αντί-ισραηλινή» τους στάση, όπως έλεγε, του έλεγαν ότι τα δικά μας άρθρα ήταν πολύ πιο επικριτικά. Ο Τζον Μεαρσχέϊμερ και ο Στέφεν Βαλτ με αναφέρουν στο αμφιλεγόμενο βιβλίο τους, «το Ισραηλινό Λόμπι», ως έναν από τους δημοσιογράφους του Ισραήλ του οποίου η κριτική κατά της κατοχής ήταν ακόμη πιο αυστηρή και από την δική τους.
Ο διακεκριμένος Ισραηλινός αρθρογράφος Ναχούμ Μπαρνέα έγραφε τον Νοέμβριο του 2000(σε μία έκδοση του Ισραηλινού Ινστιτούτου Δημοκρατίας) ότι «υπάρχουν Ισραηλινοί δημοσιογράφοι που δεν περνούν το «τεστ λιντσαρίσματος». Είναι, έγραφε, δημοσιογράφοι που δεν μπορούν να ασκήσουν κριτική στους Άραβες ακόμη και όταν δύο Ισραηλινοί δολοφονήθηκαν αγρίως από τον όχλο στην Ραμάλα. Ο Μπαρνέα, που πέρυσι τιμήθηκε με το Βραβείο Ισραήλ για την δημοσιογραφία, έφθασε να υποστηρίξει ότι η υποστήριξή μας για την θέση των Παλαιστινίων είναι απόλυτη. Κατέληγε δε στο συμπέρασμα, «έχουν μία αποστολή». Θεωρώ τιμή μου να με αναφέρουν ως έναν από αυτούς τους δημοσιογράφους, μαζί με τους συναδέλφους μου Γκιντεόν Λέβι και Αμίρα Χας.
Θεωρώ εαυτόν όντως ένοχο για όσα με κατηγορούν. Είμαι δημοσιογράφος με αποστολή και όχι χωρίς ένα μικρό βαθμό πάθους. Κάθε Ισραηλινός με συνείδηση, ιδίως αυτοί που παρακολουθούν την πραγματικότητα από κοντά σε καθημερινή βάση, δεν μπορούν να γράψουν για την κατοχή από αντικειμενική σκοπιά ενός ουδέτερου παρατηρητή. Οι γονείς μου ήλθαν στην προ του Ισραήλ Παλαιστίνη το 1933 με την ελπίδα και όχι από απόγνωση ή φόβο. Εξήντα χρόνια, λίγο αφότου γεννήθηκα, καθόντουσαν ευτυχείς στο ραδιόφωνο όταν ο Μπεν Γκουριόν ανακοίνωνε την δημιουργία ενός εβραϊκού κράτους που θα ήταν δημοκρατικό, υπέρμαχο της ισονομίας και ειρηνικό.
Η βασική μου επιδίωξη είναι να αφήσω στα παιδιά και τα εγγόνια μου ένα κράτος που θα είναι πιστό σε αυτές τις αρχές και αξίες. Η κατοχή ανθρώπων, των οποίων στερείς τα βασικά δικαιώματα, του αρπάζεις την γη και του πληγώνεις την αξιοπρέπεια, μας κάνεις εμάς τους Ισραηλινούς φυλακισμένους-φύλακες που περνούν ένα σημαντικό κομμάτι της ζωής τους πίσω από τείχους φυλακής.
Υπάρχουν παρά πολλοί Εβραίοι που πιστεύουν ότι δεν υπάρχει διαφορά μεταξύ Χεβρώνας και Τελ Αβίβ ή μεταξύ δυτικής και ανατολικής Ιερουσαλήμ. Για αυτούς, η Γη του Ισραήλ έχει υποσχεθεί αποκλειστικά για τον λαό του Ισραήλ. Επιπλέον οποιοσδήποτε θεωρεί την Δυτική όχθη και την Ανατολική Ιερουσαλήμ ως κατεχόμενα εδάφη δεν μπορεί να αποδεχθεί τις πολιτικές των ισραηλινών κυβερνήσεων τα τελευταία σαράντα χρόνια. Η κατοχή δεν έχει δύο πλευρές. Δεν υπάρχει συμμετρία μεταξύ του δυνάστη και του κατεχόμενου. Αυτό είναι αλήθεια ακόμη και όταν αυτός που βρίσκεται υπό κατοχή πολεμά τον δυνάστη με ποταπά και περιφρονητικά μέσα. Το πρόβλημα με τους κατεστημένους πολιτικούς και δημοσιογράφους στο Ισραήλ- συμπεριλαμβανομένης της σιωνιστικής αριστεράς- είναι ότι για χρόνια, μέχρι και σήμερα, έχουν αποδεχθεί την μετατροπή της κατοχής σε διαδικασία προσάρτησης. Οι ηγέτες του Εργατικού κόμματος ακόμη και του αριστερού-φιλελεύθερου Μέρετς κλείνουν τα μάτια την ώρα που τα υπουργεία και ο στρατός βοηθούν τους εποίκους να αποκτήσουν τον έλεγχο όλο και περισσότερων εδαφών. Η τάση αυτή, η οποία έρχεται σε αντίθεση με το διεθνές δίκαιο, δεν σταμάτησε ούτε μετά τις Συμφωνίες του Όσλο που υπογράφηκαν τον Σεπτέμβριο του 1993.
Εκείνη την εποχή ζούσαν 110.000 Εβραίοι στους εποικισμούς. Σήμερα, σχεδόν 280.000 Εβραίοι ζουν στην Δυτική όχθη και περισσότεροι από 200.000 πέρα από την Πράσινη Γραμμή(σ.σ. σύνορα 1967) στην Ιερουσαλήμ. Η κυβέρνηση περιμένει τώρα οι Παλαιστίνιοι να παραιτηθούν από ουσιαστικά κομμάτια των κατεχόμενων αυτών εδαφών και να επιτρέψουν να εφαρμοστεί ο ισραηλινός νόμος πάνω τους. Είναι αυτή συμπεριφορά κράτους που βρίσκεται καθ’ οδόν για αποχώρηση από τα κατεχόμενα εδάφη;
Η αποστολή μου δεν ήταν ποτέ να κερδίσω πόντους σε αμοιβαίο ή δίκαιο ανταγωνισμό με τους γείτονες μου. Για όλο το δεύτερο μισό της ζωής του Ισραήλ, επεσήμαινα το κόστος που έχει η κατοχή και για εμάς και για τους Παλαιστινίους. Όταν το εθνικό ραδιόφωνο του Ισραήλ αποκαλούσε την ΟΑΠ «τρομοκρατική οργάνωση», ζητούσα να γίνουν διαπραγματεύσεις με τον ηγέτη τους Γιασέρ Αραφάτ για μία λύση δύο κρατών. Όταν ο πρόεδρος Κλίντον και ο πρωθυπουργός μου Εχούντ Μπαράκ, κατηγόρησαν τους Παλαιστινίους ως μοναδικούς υπεύθυνους για την κατάρρευση της δεύτερης συνόδου κορυφής στο Καμπ Ντέϊβιντ, τον Ιούλιο του 2000, ανέφερα τις αποτυχίες του Κλίντον και του Μπαράκ, οι οποίες συνέβαλλαν στο να ξεσπάσει η δεύτερη ιντιφάντα. Από τότε, έχω καταδικάσει τις πολιτικές αυτές του Ισραήλ που ενισχύουν την Χαμάς και εξασθενούν τις προοπτικές για μία ειρηνική διευθέτηση: τις παραπαίουσες διαπραγματεύσεις για μία μόνιμη συμφωνία, την καταστροφική διάταξη του διαχωριστικού τείχους, τα εκατοντάδες σημεία ελέγχου και τα δεκάδες παράνομα προγεφυρώματα των εποίκων.
Δεν είναι μόνο αυτοί που προέρχονται από την δεξιά, όπως ο Εχούντ Όλμερτ, που συνήθιζαν να με αποκαλούν εμένα και άλλους «αριστεροί που μισούν το Ισραήλ». Ο Σιμόν Πέρες μας θεωρούσε επίσης μία συμμορία ηττοπαθών που δεν έχουμε Εβραϊκή συνείδηση. Όταν άκουσα για πρώτη φορά τον Αριέλ Σαρόν, παραμονές της μονομερούς απεμπλοκής από την Γάζα, να λέει την λέξη «κατοχή», ένα μικρό χαμόγελο νίκης βγήκε από τα χείλη μου: επιτέλους, ο ηγέτης που ήταν ο πιο προσκολλημένος με τα κατεχόμενα εδάφη από όσο οποιοσδήποτε άλλος Ισραηλινός πολιτικός κατάλαβε ότι θα ήταν καλύτερο να ζεις σε μία μικρή αλλά όμορφη χώρα απότι σε μία μεγάλη και άσχημη. Όταν διάβασα τις προειδοποιήσεις του Όλμερτ ότι αν δεν εγκαταλείψουμε τα κατεχόμενα το μέλλον το Ισραήλ ως εβραϊκού κράτους κινδυνεύει, η ικανοποίησή μου συνδυάστηκε με θλίψη. Πόσο λυπηρό είναι να σκέφτεσαι τα χρόνια που χάθηκαν και το αίμα που χύθηκε. Ίσως να είναι πια αργά για τέτοιου είδους νηφαλιότητα. Αυτό που μου έχει απομείνει είναι να αναζητώ παρηγοριά από τον Αιγύπτιο ταξιτζή μου.


*Ο Ακίβα Ελντάρ είναι από τους κορυφαίους πολιτικούς συντάκτες και αρθρογράφους στην ισραηλινή εφημερίδα «Χαάρετς». Το παρόν άρθρο δημοσιεύτηκε στο αριστερό αμερικανικό περιοδικό «The Nation» στις 14/05/2008, με αφορμή τα «60χρονα του Ισραήλ» και της παλαιστινιακής «Νάκμπα».



Δεν υπάρχουν σχόλια: